Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο τελευταίος κουδουνοποίος



«Ηθελα απλώς να βγάλω ένα χαρτζιλίκι, αλλά αυτή η δουλειά αποδείχτηκε έργο ζωής. Το κουδούνι δεν είναι μόνο ένα εργαλείο. Είναι ένας ξεχωριστός κώδικας επικοινωνίας. Διακρίνω τους ήχους του όπως τις ανθρώπινες φωνές. Για μένα είναι η ζωή μου. Γι΄ αυτό και λυπάμαι πολύ που αυτή η τέχνη σβήνει για πάντα».

O Χρήστος Παπαδήμας από την Αμφισσα είναι ο τελευταίος έλληνας κουδουνάς. Στα 34 χρόνια του σήμερα, βλέπει την τέχνη στην οποία μυήθηκε πριν από είκοσι χρόνια να χάνεται οριστικά. Η χειροποίητη κουδουνοποιία έχει παράδοση αιώνων στα Σάλωνα. Τα παλιά χρόνια υπήρχαν στην πόλη πολλά κουδουνάδικα με δεκάδες τεχνίτες. 

«Εδώ και 13 χρόνια έχω μείνει ο μοναδικός κουδουνάς. Οι υπόλοιποι έχουν φύγει από τη ζωή ή έχουν πια βγει στη σύνταξη», λέει στα «ΝΕΑ» ο κ. Παπαδήμας. Ηταν μαθητής γυμνασίου ακόμα όταν συνάντησε «τη μελωδία της ευτυχίας», όπως λέει, στον ήχο των κουδουνιών. «Δίπλα στο σπίτι μας δούλευε ένας μάστορας. Μια μέρα μου είπε: “Ελα να με βοηθάς και να κερδίζεις κι ένα χαρτζιλίκι”. Ετσι ξεκίνησα να δουλεύω τα καλοκαίρια και τον χειμώνα που άρχισε το σχολείο συνέχισα παράλληλα με τα μαθήματα». Ανοίγει το εργαστήριό του κάθε πρωί στις 6 και δουλεύει μέχρι αργά το μεσημέρι. Μοναδικός του εξοπλισμός είναι ένα καμίνι, τρία αμόνια κι ένα ηλεκτρικό ψαλίδι. «Μ΄ αυτά φτιάχνουμε δύο ειδών κουδούνια: τα στρογγυλά που τα βάζουμε στα αρνιά και τα πλακέ που τα λέμε τσοκάνια και μπαίνουν στα κατσίκια. Βγαίνουν σε 13 μεγέθη, 5 επί 10 το μικρότερο και 40 επί 30 το μεγαλύτερο».


Τα μυστικά του ήχου

Για να φτιαχτεί ένα κουδούνι χρειάζονται 3-4 ώρες. Η κατασκευή του δεν είναι εύκολη υπόθεση. «Παίρνουμε ένα φύλλο λαμαρίνας, το κόβουμε στις διαστάσεις που θέλουμε και το βάζουμε στο καμίνι. Αφού γίνει κατακόκκινο το χτυπάμε, το ξαναβάζουμε στη φωτιά, μετά το αφήνουμε να κρυώσει κι ύστερα πάλι μέσα στο καμίνι. Μέχρι να πάρει το τελικό του σχήμα μπαίνει στη φωτιά 10-12 φορές. Στο τέλος το περνάμε με χαλκοπότισμα, ένα ειδικό γυαλιστικό».

Το μυστικό για να αποκτήσει το κουδούνι τον κατάλληλο ήχο είναι… οι σφαίρες. «Ρίχνουμε μέσα στο κουδούνι κάλυκες. Ετσι πιάνει πιο καλή φωνή. Θέλει, όμως, μεγάλη τέχνη. Οταν έρχεται ο βοσκός και μου λέει “θέλω 50 τσοκάνια να χτυπάνε με μία φωνή”, εγώ πρέπει να πετύχω τον ίδιο ήχο σε όλα». Πώς το καταφέρνει; «Χτυπάς, ξαναχτυπάς, το παλεύεις μέχρι να το πετύχεις. Δουλεύω είκοσι χρόνια κι ακόμη μαθαίνω».

Η ΤΙΜΗ του κάθε κουδουνιού αρχίζει από 5 ευρώ και μπορεί να φτάσει τα 50, ανάλογα με το μέγεθος και τον τρόπο κατασκευής.
«Εχω κάνει δουλειές των εκατό ευρώ, αλλά μου έχουν τύχει και παραγγελίες για πέντε και έξι χιλιάδες. Μια φορά κάποιος μου ζήτησε 200 κουδούνια», λέει ο κ. Παπαδήμας, ο οποίος φτιάχνει κάθε εβδομάδα περίπου 150 κομμάτια. «Οσο ζω θα φτιάχνω κουδούνια», λέει, χωρίς να κρύβει το παράπονό του. «Κάποτε το επάγγελμα είχε μεγάλη πέραση. Σήμερα δεν ενδιαφέρεται κανείς να το συνεχίσει».
Τα τελευταία χρόνια, τη θέση των παραδοσιακών κουδουνοποιών έχει πάρει η βιομηχανική παραγωγή. «Πολλοί προτιμούν τα εισαγόμενα κουδούνια που φτιάχνονται μαζικά στο εξωτερικό, κυρίως στην Τουρκία. Ομως ο μερακλής θα έρθει σε εμένα».

Ο πρόδρομος του… GΡS

Η τέχνη του κουδουνοποιού γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στην Αμφισσα και έγινε το σήμα κατατεθέν της πόλης από τον 19ο αιώνα. «Η μάνα των κουδουνιών είναι τα Σάλωνα με τα πολλά εργαστήρια. Οι Σαλωνίτες γιομίζουν όλη τη Ρούμελη με τα κουδούνια που βγάνουν απ τα χέρια τους», έγραφε το 1930 ο λαογράφος Δημήτριος Λουκόπουλος στα «Ποιμενικά της Ρούμελης». Τα παλιά χρόνια οι κουδονοποιοί ήταν γνωστοί ως κουδουνάρηδες ή λεράδες. «Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία μέχρι και τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο ανέδειξε την τέχνη τους, καθώς το κουδούνι ήταν απαραίτητο εξάρτημα του κοπαδιού», λέει η Καίτη Καμηλάκη, διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.
Το κουδούνι είναι ο… πρόδρομος του GΡS, αφού η κύρια χρησιμότητά του είναι ο εντοπισμός του κοπαδιού. «Τα ζώα που οδηγούσαν το κοπάδι φορούσαν μεγάλα κουδούνια και με τον ήχο τους ο βοσκός γνώριζε ανά πάσα στιγμή πού βρίσκονται. Κουδούνια φορούσαν κυρίως όταν ήταν στα βουνά. Οταν κατέβαιναν στα χειμαδιά, οι ποιμένες τα απέφευγαν για να μη δίνουν στόχο τα κοπάδια», εξηγεί η κ. Καμηλάκη.


Πηγή: Radioaetos

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ο οπλαρχηγός Πανουργιάς της Άμφισσας



Η επανάσταση στη Στερεά Ελλάδα ξεκινά τον Μάρτιο του 1821 και στις αρχές Απριλίου οι επαναστατημένοι έχουν στα χέρια τους το κάστρο των Σαλώνων, στην πρώτη μεγάλη στρατιωτική επιτυχία του υπόδουλου έθνους.
Η ισχυρή τουρκική θέση που κατέλαβαν οι εξεγερμένοι Έλληνες ήταν έργο του κλέφτη που έγινε αρματολός για να ξαναγίνει κλέφτης Πανουργιά, του φοβερού οπλαρχηγού που στάθηκε δίπλα στον Αθανάσιο Διάκο στην Αλαμάνα και στον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς ως ίσος μεταξύ ίσων.
Η έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης βρήκε τον γερο-Πανουργιά πρώτο ανάμεσα στους πρώτους να μάχεται για τη λευτεριά του λαού του. Και πώς θα μπορούσε εξάλλου να ήταν διαφορετικά για το παλικάρι που πολεμούσε τους Τούρκους ήδη από τα 16 του χρόνια; Τον άνθρωπο που πήρε μέρος στα Ορλοφικά, μυήθηκε νωρίς νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και πολέμησε σαν σκυλί στην Άμφισσα, τη Γραβιά και τα Βασιλικά;
Γενναίος, ακούραστος και αγνός πατριώτης, ο Δημήτριος Ξηρός που θα έμενε γνωστός ως Πανουργιάς από το κωμικοτραγικό λάθος του νονού του δεν ήταν απλώς άλλος ένας ξακουστός οπλαρχηγός που διακρίθηκε το 1821 και ηγήθηκε του αγώνα στις πρώτες και δύσκολες αυτές φάσεις της εγκαθίδρυσης της Ελληνικής Επανάστασης.
Ήταν ταυτοχρόνως ο πάντα ενωτικός ρόλος που διαδραμάτιζε στην έξαρση των παθών, προσπαθώντας να συμφιλιώσει τις αντιμαχόμενες πλευρές και να καταλαγιάσει τα μίση. Κι αυτό γιατί για τον Πανουργιά δεν υπήρχε άλλος αγώνας από το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των Ελλήνων, ένας σκοπός που ήταν έτοιμος να δώσει και τη ζωή του ακόμα.
Ο παθιασμένος αυτός αγωνιστής αποσύρθηκε μάλιστα από τις μάχες μόνο λόγω προχωρημένου γήρατος, φροντίζοντας βεβαίως να αφήσει τον γιο του στο τιμόνι του σώματός του. Μετά το αίσιο τέλος της επανάστασης, ο άδολος Πανουργιάς αποσύρθηκε στην Άμφισσα χωρίς να διεκδικήσει από το νεοσύστατο κράτος τίποτα, παρά τα τόσα που είχε δώσει για την πατρίδα.
Γι’ αυτό και πέθανε ως ένας από τους πρώτους και πλέον αξιοσέβαστους ήρωες του 1821, καθώς τον αγαπούσαν και τον σέβονταν όλοι, ακόμα και αυτοί που θα βύθιζαν την εθνεγερσία στην εμφύλια σύρραξη και μάλιστα δύο φορές. Για τον κλεφταρματολό από τη Φωκίδα δεν υπήρχε όμως ούτε πολιτική ούτε διπλωματία, παρά ο ανόθευτος και πατριωτικός αγώνας για το έθνος. Κι έτσι συντάχθηκε αναγκαστικά με τους στρατιωτικούς στην περίοδο των εμφυλίων, καθώς ο πόλεμος μαινόταν και καιρός για πολιτικά χασομέρια δεν υπήρχε. Λειτουργώντας ωστόσο ως δίαυλος επικοινωνίας των παρατάξεων αλλά και ενωτική γέφυρα για το καλό της πατρίδας.
Ίσως γιατί όταν ξεπετάχτηκε η σπίθα της εθνεγερσίας ήταν πια μεγάλος ηλικιακά και είχε γνωρίσει εδώ και δεκαετίες τις φρικαλεότητες του πολέμου. Πολεμούσε ήδη από πιτσιρίκος, ενταγμένος στο ανταρτικό σώμα του Καπετάν Ανδρούτσου, και είχε καταλάβει πως η πολυπόθητη ανεξαρτησία θα έρθει μόνο με ίδια μέσα, καθώς στις ξένες δυνάμεις δεν μπορούσες να βασιστείς.
Κλέφτης τρομερός, ανάγκασε τον Αλή Πασά να τον κάνει αρματολό των Σαλώνων το 1813. Ο Πανουργιάς ωστόσο κατάλαβε γρήγορα πως αυτή η ζωή δεν ήταν γι’ αυτόν και επέστρεψε γοργά στην παλιά κλέφτικη ασχολία του. Αφού μάτωσε για το έθνος και μετατράπηκε σε ηγέτη του αγώνα της Στερεάς Ελλάδας, συνειδητοποίησε ότι είχε γεράσει πια και μάλιστα πολύ.
Αν και δεν είχε πει ακόμα την τελευταία του λέξη…

Τα πρώτα χρόνια

Ο Δημήτριος «Πανουργιάς» Ξηρός γεννιέται κάπου μεταξύ 1759-1767 (πιθανότερο το 1759) στη Δρέμισα της Άμφισσας (Σάλωνα) ως γιος του τσοπάνη Ξηροδημήτρη και προεστού του χωριού. Κατά την βάπτιση του Δημήτρη όμως ο νονός του, απλός και αγράμματος άνθρωπος, νόμισε ότι βαφτίζει κορίτσι κι έτσι του έδωσε το όνομα Πανουργιά (Πανωραία)! Ο θεοσεβούμενος πατέρας του θεωρούσε γρουσουζιά να αλλάξει το όνομα του γιου του, μετατρέποντάς το απλώς στο αρσενικό Πανουργιάς.
Πέρα από τη σπαρταριστή αυτή εκδοχή με τη σύγχυση του νονού, υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή που υποστηρίζει πως η βάφτιση έγινε κατά την ώρα επίθεσης των Τούρκων και μέσα στον πανικό ο παπάς παράκουσε το όνομα. Όλοι πάντως συμφωνούν πως ήταν ο πατέρας αυτός που διατήρησε το όνομα, το οποίο αγάπησε ο Πανουργιάς μεγαλώνοντας και το κράτησε τόσο ως όνομα όσο και ως επίθετο, υπογράφοντας συνήθως ως Πανουργιάς Δημ. Πανουργιάς.
Αυτό δεν θα ήταν βέβαια παρά ένα αμελητέο πρόβλημα για τον Πανουργιά, ο οποίος καταδικάζεται νωρίς νωρίς σε θάνατο! Ήταν σε ένα πανηγύρι που ερωτεύτηκε παράφορα μια κοπέλα, έπεσε όμως πάνω στον τούρκο αντίζηλό του, που ήταν μπέης. Ο Πανουργιάς τον σκοτώνει, πέφτει ωστόσο στα χέρια των Τούρκων και καταδικάζεται σε απαγχονισμό. Τον σώζει τελικά ένας σημαίνοντας Οθωμανός της περιοχής, ο Δελή Αχμέτ αγάς, ο οποίος τον παίρνει υπό την προστασία του. Ο Δελή Αχμέτ έγινε σύντομα κλέφτης και ο ίδιος και τώρα είχε τον νεαρό Έλληνα πρωτοπαλίκαρό του.
Όταν σκοτώθηκε μάλιστα ο τούρκος κλέφτης, ο Πανουργιάς τον διαδέχτηκε στην αρχηγία και συνεργαζόταν τώρα με τον αρχικλέφτη Ανδρέα Ανδρούτσο (Ανδρέα Βερούση), διαβόητο αρβανίτη πειρατή και πατέρα του κατοπινού ήρωα Οδυσσέα. Ο Καπετάν Ανδρούτσος ακολούθησε την εκστρατεία του έλληνα συνταγματάρχη του Ρωσικού Στρατού, Λάμπρου Κατσώνη, καθ’ όλη την περίοδο 1770-1792, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Ρωσο-Τουρκικό Πόλεμο και τα Ορλοφικά, την αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων κατά του οθωμανικού ζυγού το 1770 που υποδαύλισαν οι Ρώσοι δηλαδή.
Εκεί ανδρώθηκε πολεμικά και διακρίθηκε για τη γενναιότητά του ο Πανουργιάς και η φήμη του είχε φτάσει μέχρι και την αυλή του Αλή Πασά. Ο οποίος μην ξέροντας τι άλλο να κάνει για να απαλλαγεί από τον κλέφτικο βραχνά του Πανουργιά τον χρίζει το 1813 αρματολό των Σαλώνων!
Ο κλέφτης δεν θα στέριωνε στην άλλη πλευρά του νόμου και ο Αλή Πασάς τον αντικαθιστά τάχιστα με έναν Σουλιώτη. Ο Πανουργιάς παίρνει και πάλι τα βουνά για να ζήσει ως κλέφτης, βλέπει όμως τον γιο του παλιού του συντρόφου, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, να τον κυνηγά για να τον συλλάβει για λογαριασμό του Αλή Πασά! Ο Ανδρούτσος δεν βρίσκει ούτε τον Πανουργιά ούτε τον γιο του, βρίσκει όμως τη γυναίκα και τις κόρες του, τις οποίες παρουσιάζει αλυσοδεμένες μπροστά στον πασά των Ιωαννίνων.
Για να σώσει τη φαμίλια του, παραδίδεται τελικά στον Αλή Πασά και ζει πλέον στα Γιάννενα (1817-1820), ώστε να είναι σε στενή επιτήρηση. Η γυναίκα του πέθανε όμως από τις κακουχίες και ενταφιάστηκε στα Γιάννενα. Όταν ο Αλή Πασάς στρέψει την προσοχή του στον πόλεμο με τον σουλτάνο, του εμπιστεύεται ξανά το αρματολίκι των Σαλώνων (Άμφισσας), κρατώντας τον ωστόσο κοντά του, γιατί δεν τον εμπιστεύεται καθόλου.
Και καλά κάνει…

Η Επανάσταση του 1821

Με τα στρατεύματα του σουλτάνου να πολιορκούν τα Ιωάννινα, ο Πανουργιάς βρίσκει την ευκαιρία να δραπετεύσει μια σκοτεινή νύχτα κολυμπώντας τη λίμνη Παμβώτιδα. Επιστρέφει μετά κόπων και βασάνων στα λημέρια του στη Φωκίδα. Οι προύχοντες των Σαλώνων, που είχαν ήδη μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, αποδέχονται τον διορισμό του ως αρματολό και τον εντάσσουν στις τάξεις των Φιλικών.
Στο σύντομο διάστημα που θα μεσολαβούσε μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης, ο Πανουργιάς οργάνωσε με επιμέλεια και φρόνηση τον αγώνα στη Στερεά Ελλάδα. Ήταν ήδη μεγάλος ηλικιακά, δεν λογάριαζε όμως από χρόνια.
Κι έτσι όταν άκουσε για την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στον Μοριά, ο Πανουργιάς μεταβαίνει τάχιστα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Παρνασσίδα και στις 24 Μαρτίου 1821 υψώνει το λάβαρο της επανάστασης με τον παθιασμένο για λευτεριά επίσκοπο Άμφισσας, Ησαΐα.
Οι πρόκριτοι και οι δημογέροντες διστάζουν όμως να συμφωνήσουν σε κάτι που μοιάζει αποκοτιά, κι έτσι ο πολυμήχανος Πανουργιάς καταστρώνει σχέδιο: σκαρφίζεται ένα σενάριο όπου οι ξένες δυνάμεις θέλουν να βοηθήσουν και βάζει έναν έμπιστό του να καταφτάσει στο μοναστήρι ασθμαίνοντας μεταφέροντας τα καλά νέα για τη ρωσική αρμάδα που είχε καταφτάσει στο Γαλαξίδι!
Με τις ευλογίες όλων, ξεκινά την ίδια μέρα την πολιορκία των Σαλώνων, του ισχυρού κάστρου των Οθωμανών. Τα Σάλωνα αποτελούσαν θέση-κλειδί όχι μόνο λόγω της προνομιούχας θέσης τους, αλλά και για το καλά οχυρωμένο κάστρο τους, το οποίο αν παρέμενε στα χέρια του εχθρού θα διακυβευόταν όλος ο αγώνας της Πελοποννήσου.
Ο Πανουργιάς ηγήθηκε της πολιορκίας των Σαλώνων, έστειλε τα πρωτοπαλίκαρά του να στρατολογήσουν κόσμο και πολεμοφόδια και είδε τους κατοίκους του Γαλαξιδίου να προστρέχουν στη μάχη με τα 40 καράβια τους. Το τέχνασμα του οπλαρχηγού με τον ρωσικό στόλο είχε αποδώσει καρπούς, καθώς επαναστάτες κατέφταναν από κάθε γωνιά της Φωκίδας και στις 26 Μαρτίου οι υπόδουλοι ραγιάδες πολιορκούσαν τα Σάλωνα.
Οι Τούρκοι αρνούνταν να παραδοθούν, ελπίζοντας σε ενισχύσεις από Εύβοια και Λαμία. Ο Πανουργιάς κάλεσε τους οπλαρχηγούς σε συμβούλιο, συνέχισαν την πολιορκία και, έχοντας εγγυηθεί την ασφάλεια των πολιορκημένων, είδε τους Τούρκους να παραδίδονται στις 10 Απριλίου, ανήμερα της Λαμπρής, στον ίδιο, που είχε στρογγυλοκαθίσει μπροστά στην πύλη του κάστρου. Ήταν το πρώτο ελεύθερο Πάσχα των Ελλήνων έπειτα από τέσσερις αιώνες σκλαβιάς! Τους Τούρκους δεν κατάφερε βέβαια να τους σώσει ο Πανουργιάς, καθώς περίμενε επίθεση από τη Λαμία και δεν ήθελε να έχει και πίσω του εχθρούς.
Η κήρυξη της επανάστασης στα Σάλωνα και το πάρσιμο του κάστρου τους διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξη του αγώνα. Τα παλικάρια του Πανουργιά εξοπλίστηκαν με 600 όπλα και ανάλογα πολεμοφόδια, λάφυρα από τους εγκλείστους, και η σπίθα της επανάστασης μεταφέρθηκε αμέσως στα γύρω πασαλίκια και αρματολίκια.
Μετά την άλωση των Σαλώνων, ο Πανουργιάς πέρασε τη Γραβιά και απελευθέρωσε πολλά χωριά της περιοχής. Η μεγαλύτερη από τις πρώιμες αυτές επιτυχίες θα έρθει στις 26 Αυγούστου 1821, όταν ο Πανουργιάς, επικουρούμενος από τον Δυοβουνιώτη και τον Γκούρα, θριαμβεύει στα Βασιλικά συντρίβοντας δεκαπλάσιο οθωμανικό στρατό.
Αυτή η στρατηγικής σημασίας νίκη του έδωσε την ευκαιρία στους Πελοποννήσιους να συνεχίσουν τον αγώνα τους και την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ήταν όμως και το άλλο: τα Σάλωνα έμειναν ελεύθερα καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της επανάστασης, λειτουργώντας ως ορόσημο του αγώνα αλλά και ως χαρμόσυνο μήνυμα ελπίδας για όλο τον υπόδουλο ελληνισμό.
Ο Πανουργιάς πήρε μέρος και στις τρεις μεγάλες μάχες της Ανατολικής Στερεάς: στην Αλαμάνα στις 23 Απριλίου, όπου οι Διάκος, Δυοβουνιώτης και Πανουργιάς ηττήθηκαν από μερικές χιλιάδες Τούρκους, στο Χάνι της Γραβιάς στις 8 Μαΐου, όπου αντιστάθηκε με επιτυχία στο πλευρό του Οδυσσέα Ανδρούτσου, και στον θρίαμβο όπως είπαμε των Βασιλικών στις 26-28 Αυγούστου, όπου οι οθωμανικές δυνάμεις εξολοθρεύτηκαν, δίνοντας τη δυνατότητα στους Έλληνες της νότιας Ελλάδας να καταλάβουν την Τρίπολη στις 23 Σεπτεμβρίου, εδραιώνοντας για τα καλά την επανάσταση.
Οι 600 του Πανουργιά έβλεπαν τον οπλαρχηγό τους να παίζει κορόνα-γράμματα τη ζωή του για να τους εμψυχώνει, καταστρώνοντας ταυτοχρόνως μια σειρά από τακτικές ανταρτοπόλεμου που επέφεραν συντριπτικά πλήγματα στον εχθρό. Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης πρότειναν εξάλλου να οχυρωθούν οι Έλληνες στα Βασιλικά και είχαν εκ του αποτελέσματος δίκιο.
Στην εν λόγω μάχη μάλιστα ο γερο-Πανουργιάς πολέμησε πλάι-πλάι με τον γιο του, Νάκο, και μόνο όταν είδε τη γενναιότητα του παιδιού του πείστηκε πως είναι άξιος διάδοχός του. Σε κείνη τη μάχη αρρώστησε βαριά και αποσύρθηκε κάποια στιγμή από τις εχθροπραξίες για να αναρρώσει, δίνοντας την αρχηγία του σώματός του στον Νάκο…

Τελευταία χρόνια

Η Μάχη των Βασιλικών Φθιώτιδας δεν θα ήταν φυσικά η τελευταία μάχη για τον γηραλέο οπλαρχηγό, ο οποίος άφησε στο πόδι του τον Νάκο Πανουργιά να πολεμά στην Ανατολική Ελλάδα και αυτός έσπευσε στην Πελοπόννησο για να συμμετάσχει στις εργασίες της Α’ Εθνοσυνέλευσης της Επιδαύρου ως αντιπρόσωπος των Σαλώνων.
Με το κύρος που απολάμβανε και στις δύο πλευρές, μεταβαίνει το 1822 στην Ακροκόρινθο για να διαπραγματευτεί τους όρους της παράδοσης των κατοίκων από την πολιορκία του Πλαπούτα. Με τον Πανουργιά παρόντα, οι ταμπουρωμένοι Αλβανοί άφησαν τα όπλα μια ώρα αρχύτερα.
Καθοριστική υπήρξε επίσης η συμβολή του Πανουργιά και στην ήττα του Δράμαλη στον Μοριά. Οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας, μετά την κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο, σφράγισαν κυριολεκτικά την οδό ανεφοδιασμού του και δεν άφησαν να περάσει ούτε άμαξα ή μουλάρι για τον στρατό που φιλοδοξούσε να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση.
Πριν καταστραφεί τελικά στα Δερβενάκια ο Δράμαλης, ο Πανουργιάς είχε εκπονήσει το σχέδιο καύσης των σιτηρών κατά την εκστρατεία του Οθωμανού και δεν άφησε μήτε σπιθαμή γης που να μην παραδώσει στην πυρά. Στο συμβούλιο των αρχηγών εισηγήθηκε χαρακτηριστικά να κάψουν όλα τα χωριά και τις καλύβες στον δρόμο του πασά. Να αποσύρουν σε απρόσιτα μέρη όλα τα ζώα και να μην αφήσουν ούτε τους καρπούς στα δέντρα προκειμένου να μην μπορεί να ανεφοδιαστεί ο Δράμαλης.
Ο Δράμαλης βρήκε πράγματι όλα τα χωριά και τα χωράφια στάχτη από το χέρι του Πανουργιά. Ο οποίος απέκλεισε ερμητικά πίσω του τις Θερμοπύλες και όλα τα λοιπά στενώματα, ώστε να μην μπορεί να δεχτεί βοήθεια. Τα στρατεύματα του Τούρκου έφτασαν στα Δερβενάκια εξαντλημένα και πεινασμένα και ηττήθηκαν ολοσχερώς.
Τώρα όμως ήταν ώρα να αποσυρθεί από την ένοπλη δράση, καθώς είχε γεράσει πια πολύ, μόνο που δεν θα τον άφηναν οι συνθήκες! Η Υψηλή Πύλη είχε ήδη δώσει εντολή για επόμενο κύμα επίθεσης, πέφτοντας ξανά πάνω στον Πανουργιά. Ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στην Άμπλιανη, την οποία οχύρωσε αποτελεσματικά και με τη βοήθεια των Σουλιωτών καρτερούσαν τώρα τον εχθρό. Ο Αμπάζ Πασάς κατέφτασε στις 14 Ιουλίου 1824, για να γνωρίσει νέα βαριά ήττα πριν τραπεί σε φυγή. Η ένδοξη αυτή στιγμή του αγώνα έφερε την αποκλειστική σφραγίδα του Πανουργιά.
Άδολος αγωνιστής και ταγμένος στον σκοπό της λευτεριάς, κρατήθηκε μακριά από τον εμφύλιο σπαραγμό του 1825 και προσπάθησε -ανεπιτυχώς- να σώσει τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, διαφωνώντας ακόμα και με τον γιο του Νάκο, τον οποίο καθυβρίζει σε οργισμένο του μήνυμα.
Τώρα συμμετείχε απλώς στις πολιτικές ζυμώσεις της ελεύθερης Ελλάδας ως αντιπρόσωπος της Φωκίδας, τόσο επί Καποδίστρια όσο και επί Όθωνα. Το 1833 διορίστηκε μέλος μιας οκταμελούς επιτροπής που συστάθηκε στο Ναύπλιο για να εξετάσει τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει οι αγωνιστές κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και επέστρεψε στην πατρίδα του μόλις τέλειωσαν οι εργασίες της επιτροπής.
Ο Νάκος Πανουργιάς διορίστηκε πεντακοσίαρχος στη χιλιαρχία του Δυοβουνιώτη και έγινε αργότερα υποστράτηγος και βουλευτής τελικά του νεοσύστατου κράτους. Όσο για τον γερο-Πανουργιά, πέθανε στις 4 Αυγούστου 1834 στην Άμφισσα ως ένας από τους πλέον σεβαστούς οπλαρχηγούς και μεγάλους ήρωες της εθνεγερσίας μας…

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Το φάντασμα της Χάρμαινας



Του Γιώργου Τατάκη



Στο παρελθόν έχω επισκεφτεί το Γαλαξίδι για τα αλευρομουτζουρώματα την Καθαρά Δευτέρα αλλά ποτέ την Άμφισσα για το ιδιόμορφο καρναβάλι του στοιχειού το τελευταίο Σάββατο των αποκριών. Το έθιμο αυτό συνδέεται με ένα πολύ παλιό, ρομαντικό τοπικό θρύλο. Σε αυτόν, ένας βυρσοδέψης αγαπούσε μία πολύ όμορφη κοπέλα και οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Όταν γύρισε μετά από ένα μακρύ ταξίδι του, με το οποίο κατάφερε να μαζέψει χρήματα και να αγοράσει βέρες, έμαθε ότι η κοπέλα είχε ένα τραγικό δυστύχημα. Την είχε χτυπήσει ένας κεραυνός και είχε σκοτωθεί. Απαρηγόρητος, έδωσε τέλος στην ζωή του. Επειδή δεν έγινε δεκτός λόγω της αυτοχειρίας, το πνεύμα του στοίχειωσε την πηγή της Χάρμαινας. Από τότε, κάθε φορά που ένας βυρσοδέψης της περιοχής ήταν στα τελευταία του το στοιχειό έβγαινε και ούρλιαζε την νύχτα. Ο θρύλος λέει ότι υπήρχαν και άλλα στοιχειά στην περιοχή που το κάθε ένα προστάτευε κάποια πηγή ή άλλη περιοχή. Κατά καιρούς αυτά τα στοιχειά πολεμούσαν μεταξύ τους και ακουγόντουσαν στην περιοχή ουρλιαχτά και σύρσιμο από αλυσίδες. Οι κάτοικοι από τον φόβο τους κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τους. Μετά από πολλά χρόνια, το ουρλιαχτό σταμάτησε και οι ντόπιοι πιστεύουν ότι τελικά έγινε δεκτό στον παράδεισο και βρήκε την γαλήνη του. 
 

Πήγα στην πόλη όσο πιο νωρίς μπορούσα για να δω την περιοχή και να καταλάβω το πρόγραμμα του δρώμενου. Η Άμφισσα είναι πολύ όμορφη πόλη με πολλά αναπαλαιωμένα κτίρια. Μέσα σε αυτά μπορείς να βρεις παραδοσιακά καφενεία και ταβέρνες με υπέροχους μεζέδες. Έμαθα ότι η παρέλαση θα ξεκινούσε από το τοπικό εικαστικό εργαστήρι οπού πολλοί από τους συμμετέχοντες οι οποίοι δεν ετοιμαζόντουσαν στα σπίτια τους θα ντύνονταν εκεί. Πήγα εκεί κατά τις πέντε το απόγευμα και πράγματι αρκετοί ήταν ήδη εκεί όπου έβαζαν στολές και έβαφαν τα πρόσωπά τους. Σύντομα, πολλοί από τους μικρούς είχαν ετοιμαστεί και έβγαιναν στους δρόμους για να παίξουν και να διασκεδάσουν. 


Η μουσική στους δρόμους είχε ήδη ξεκινήσει. Πολλοί από αυτούς είχαν τσίγκινους τενεκέδες και τους χτυπούσαν με κλαδιά για να κάνουν θόρυβο. Ο δυνατός θόρυβος είναι μία μέθοδος που συναντάται συχνά σε δρώμενα τα οποία έχουν σκοπό να διώξουν στοιχειά και άλλα κακά πνεύματα. Εντωμεταξύ, τα τρία στοιχειά ετοιμαζόντουσαν μέσα στο εικαστικό εργαστήρι. Αυτοί που θα τα κουβαλούσαν φορούσαν προβιές και δέρματα από κατσίκες ως στολές. Καθώς έπεφτε η νύχτα και η μουσική έπαιζε στους δρόμους, όλα άρχιζαν να δένουν μεταξύ τους. Η νύχτα τα έκανε όλα να μοιάζουν πιο τρομακτικά, ακόμη και τις μικρές νεράιδες. Κόσμος άρχισε να συρρέει στο εικαστικό εργαστήρι για να αρχίσει η παρέλαση.  
 

Η παρέλαση θα ξεκινήσει από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο κέντρο της πόλης και θα κατέβει μια μεγάλη πέτρινη σκάλα με κατεύθυνση προς την πλατεία Κεχαγιά. Κατά μήκος των σκαλοπατιών μικρές νεράιδες έχουν πάρει την θέση τους κρατώντας αναμμένες δάδες. Η παρέλαση συνοδεύει τα τρία μεγάλα στοιχειά που κατευθύνονται στην πλατεία. Υπάρχει μία μεγάλη ξύλινη σκηνή που έχει στηθεί στην πλατεία και υπάρχουν πολλοί προβολείς και τρομακτικοί ήχοι από ουρλιαχτά και σύρσιμο αλυσίδων. Τα στοιχειά φτάνουν στην σκηνή και πολεμούν μεταξύ τους. Το στοιχειό της Χάρμαινας είναι όπως πάντα ο νικητής. Αφού τα στοιχειά εγκαταλείψουν την σκηνή, ένας τεράστιος αριθμός ντυμένων παρελαύνει από αυτή. Γύρω από την σκηνή υπάρχει μεγάλο κοινό που παρακολουθεί την παράσταση. Όταν όλοι οι συμμετέχοντες περάσουν από την σκηνή, το πάρτι συνεχίζεται στα τοπικά μπαρ και ταβέρνες. 


Οι φωτογραφίες είναι του Γιώργου Τατάκη

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Τα ταμπάκικα της Χάρμαινας: μια αρχιτεκτονική δίχως αρχιτέκτονες



Της Μάγδας Σγουρίδη



Π ερνώντας το μυστηριακό τοπίο των Δελφών, δεν μπορεί παρά να τραβήξει το βλέμμα σου ο περιτριγυρισμένος από τα φωκικά βουνά ελαιώνας. Στην άκρη του και ένα μόλις βήμα πιο ψηλά, θα συναντήσει κανείς την Άμφισσα, η οποία άλλοτε θαρρείς πως γαντζώνεται στις νότιες απολήξεις της Γκιώνας και άλλοτε πως στέκει ως φάρος να εποπτεύει τα περάσματα της περιοχής. Ωστόσο, ακόμα κι αν αυτή η διαδρομή είναι στην πραγματικότητα μια ανάβαση στην καρδιά της ηπειρωτικής Ελλάδας, αυτό το πέρασμα από τον δελφικό ελαιώνα δεν είναι παρά σαν εκείνη την τελευταία μεγάλη αναπνοή πριν βυθιστείς στον βυθό της θάλασσας και μαζί στον χωροχρόνο. Σε αυτά τα μέρη είναι που βρίσκεις ξανά την (αληθινή) αρχιτεκτονική των περασμένων χρόνων και την ίδια στιγμή έρχεσαι αντιμέτωπος με το ερώτημα που δύσκολα μπορείς να απαντήσεις: άραγε είσαι εσύ ο ίδιος όταν σχεδιάζεις τις πρώτες εκείνες γραμμές στο λευκό χαρτί ή σε οδηγεί, με ένα υποδόριο νήμα, το πνεύμα του τόπου; Επιστρέφοντας σ' εκείνη τη (λαϊκή) αρχιτεκτονική –την αρχιτεκτονική δίχως αρχιτέκτονες–, δεν μπορείς παρά να δεις πως τίποτα δεν είναι τυχαία βαλμένο στη θέση όπου βρίσκεται. Τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν λείπει. Το κτίσμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον τόπο, το κλίμα, τις ανάγκες της λειτουργίας και τη ζωή που εμπεριέχει. Όλα έχουν λόγο. Τα υλικά είναι εκείνα που μπορεί να δώσει ο τόπος και το χτίσιμο είναι εκείνο που μπορεί να κάνει ο εργάτης με τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία δυνάμεων. Εδώ, σε κάθε λεπτομέρεια, μπορείς να αναγνώσεις τον ανθρώπινο κάματο.
Η Χάρμαινα είναι ένας οικισμός εργαστηρίων βυρσοδεψίας στην άκρη της Άμφισσας. Βρίσκεται λίγο πριν από την απόληξη της πόλης, στο ιστορικό κάστρο των Σαλώνων, εκεί απ' όπου ξεκινούν τα περιπατητικά μονοπάτια που εισχωρούν και αναρριχώνται στους ορεινούς όγκους. Το κέντρο του οικισμού είναι ένα πέτρινο κτίριο – στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα ανοιχτό υπόστεγο προς τον Νότο. Ονομάζεται «Τουλασίδι» και διόλου περιέργως βρίσκεται επίσης στην άκρη του οικισμού. Πρόκειται για την πηγή που τροφοδοτεί (όπως η καρδιά στο ανθρώπινο σώμα) με την άφθονη ροή της τα εργαστήρια. Την ίδια στιγμή, είναι αυτή η ροή της οποίας το ίχνος αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται και ο οικισμός στο σύνολό του.
Η μορφή είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας του κτίσματος Το ισόγειο είναι ένα πλήρες, κλειστό σχήμα, με ελάχιστα, αλλά σωστά τοποθετημένα ανοίγματα. Εκεί συμβαίνουν οι πρώτες και πιο δύσκολες φάσεις της επεξεργασίας των τομαριών, η προπαρασκευή της βύρσας και η δέψη. Μπορεί να πει κανείς πως η ίδια η κάτοψη είναι η σχηματοποίηση της αλληλουχίας των φάσεων της επεξεργασίας. Εκεί, μέσα στη γη, βρίσκονται οι λάκκοι με τον ασβέστη, εκεί είναι και οι χτιστές σκάφες για τις εναλλασσόμενες πλύσεις. Οι τοίχοι είναι καμωμένοι από χώμα. Χώμα το οποίο από χέρια ανθρώπινα παίρνει την καθαρή εκείνη γεωμετρική μορφή, ώστε κάθε πλίνθος να μπορεί να σταθεί δίπλα στον άλλο, κάτω και πάνω από τον προηγούμενο και τον επόμενο αντιστοίχως, έτσι ώστε να μπορέσει να υψωθεί σε μια ορισμένη τάξη. Τις χωμάτινες αυτές μάζες δένουν τα εμβόλιμα ξύλινα δοκάρια, οι «ξυλοδεσιές», που συναντιούνται πάντα μεταξύ τους στις γωνίες και συγκρατούν έτσι το κλειστό σχήμα των κυβιστικών αυτών κατασκευών. Κοιτώντας αυτούς τους χωμάτινους τοίχους, σκέφτεται κανείς πως είναι σαν η ίδια η γη για λίγο, και κυρίως για τελευταία φορά, να (ανα)σηκώνεται, σε ένδειξη τιμής, για τόσο όσο το δέρμα του ζώου είναι ακόμα ζωντανό και σήπεται, μέχρις ότου να μπει στην αιώνια παύση του χρόνου.
Σε αντίθεση με τον κλειστό ισόγειο χώρο, ο επάνω όροφος των εργαστηρίων μπορεί να συνεχίζει καθ' ύψος, δημιουργώντας μια πλάτη στον βοριά, αλλά διαλύεται εντελώς προς τη μεσημβρία. Τους τοίχους του ισογείου συνεχίζουν μόνο τα απαραίτητα υποστυλώματα που σηκώνονται και βαστούν τη στέγη. Ανάμεσα σε αυτά τα υποστυλώματα το κενό πληρώνεται με ένα πλέγμα ξύλινων κορμών. Είναι τόσο πυκνό, για την ασφάλεια του εμπορεύματος αλλά και για το φιλτράρισμα του μεσημβρινού ήλιου, και τόσο αραιό, για να μπορεί να απελευθερώσει τη ροή του ζεστού αέρα που με φυσικό τρόπο θα ανέβει ψηλά και θα στεγνώσει τα έτοιμα, κρεμασμένα δέρματα.
 Είναι όμως εκείνη η μικρή λεπτομέρεια που συγκινεί κάθε κτίστη και κάνει το μικροκλίμα κάπως πιο ανεκτό για τον χρήστη. Η στέγη, όπως παρατηρείται στα περισσότερα κτίσματα, σηκώνεται κατά τι από τους τοίχους, αφήνοντας ένα ελάχιστο, αλλά ικανό κενό. Είναι εκείνο το κενό που θα αφήσει το ρεύμα του αέρα να λειτουργήσει στο υψηλότερο σημείο με τη δροσιά του βορρά. Είναι εκείνο το κενό που θα κάνει τη στέγη να ίπταται πανάλαφρη, ώστε το κτίσμα να τελειώσει σε μια λεπτή ισορροπία, εκεί όπου σμίγει με τον ουρανό, παρά να πέσει πάνω του σαν τελειωτικό βάρος. Τα κτίρια αυτά είναι μια εξαιρετική μηχανή που δουλεύει σε απόλυτη αρμονία με τις δυνάμεις της φύσης. Το νερό κυλάει πάνω στη γη τόσο για τις ανάγκες της χρήσης όσο και για τον εσωτερικό δροσισμό. Η φυσική μόνωση των πλίνθινων τοίχων θωρακίζει το μικροκλίμα, ενώ ο φυσικός αερισμός κατευθύνεται με μαεστρία, δημιουργώντας τα κατάλληλα ρεύματα σε όλο το κτίσμα. Ο προσανατολισμός, η θέση και η στροφή του κτιρίου χρησιμοποιούν τον μεσογειακό ήλιο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως εδώ μπορεί να αντιληφθεί την πραγματικότητα και την ουσία της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής με τον απλούστερο και συνάμα τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Κι αν γίνεται πολλή συζήτηση για τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής και για τις νέες ειδικότητες μηχανικής που μπορούν να τη διαχειριστούν, ίσως τελικά αρκεί ένα βήμα πίσω, μια προσεκτική παρατήρηση σε αυτές τις (λαϊκές) δίχως αρχιτέκτονες κατασκευές.
Εδώ όπου η δομή αλλά και η κάθε μικρή λεπτομέρεια είναι αποτέλεσμα του πως ο ανθρώπος χτίζει –και άρα ζει– μέσα στον ρυθμό της φύσης. Υπόμνημα: Αναρωτιέται κανείς αν είναι τυχαίος ο εορτασμός του Στοιχειού της Χάρμαινας την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς στην Άμφισσα. Ο μύθος θέλει τον άντρα του ζευγαριού, τον Κωνσταντή, που προφανώς δεν έμελλε να ζήσει ευτυχισμένος, καθώς η Λενιώ σκοτώθηκε από κεραυνό κάτω από τα πελώρια πλατάνια της πηγής, να στοιχειώνει τη Χάρμαινα. Να περιπλανιέται στα σοκάκια της αλλά και να προστατεύει τους βυρσοδέψες. Ίσως πρόκειται για παγανιστικά κατάλοιπα, ίσως απλώς για έναν ακόμα τρόπο ο άνθρωπος να μπορέσει να (δια)χειριστεί τα στοιχεία της φύσης.

Πηγή: www.lifo.gr


Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Σπύρος Παπαλουκάς. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Ευαγγελίστριας στην Άμφισσα.




Από τις εκδόσεις ΜΙΕΤ/ΑΣΚΤ κυκλοφορεί το συλλογικό βιβλίο, Σπύρος Παπαλουκάς. Ο Μητροπολιτικός Ναός της Ευαγγελίστριας στην Άμφισσα. Αγιογραφίες, σχέδια, ανθίβολα. 1927-1931.

Κείμενα: Νικόλαος Δ. Φουσέκης, Γιώργος Χαρβαλιάς, Μαίρη Μιχαηλίδου, Γιώργος Σκυλογιάννης, Ευθυμία Γεωργιάδου-Κούντουρα

Ο παρών τόμος αποτελεί μια συνολική παρουσίαση του εικονογραφικού έργου που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Σπύρος Παπαλουκάς (1892-1957) στον Μητροπολιτικό Ναό της Ευαγγελίστριας της Άμφισσας. Το 1927 ο Παπαλουκάς κέρδισε τον πανελλήνιο διαγωνισμό για την αγιογράφηση του ναού και τα επόμενα έξι χρόνια εργάστηκε στην Άμφισσα, συνθέτοντας «ένα πρωτοπόρο, ανεπανάληπτο και γι’ αυτό μοναδικό αγιογραφικό έργο» –όπως γράφει στο εισαγωγικό κείμενό του ο Νικόλαος Φουσέκης. Ο Παπαλουκάς απομακρύνεται «από τις κλασικές βυζαντινές αγιογραφικές φόρμες, δίχως όμως τη διάπραξη κανενός είδους ύβρεως». Ωστόσο προχωρά «εν μέσω πολλών δυσκολιών. Με την εξέλιξη της δουλειάς του και τις καινοτομίες της, που εξαρχής διαφάνηκαν, δεν συμφωνούσαν όλοι». Μολονότι ο καλλιτέχνης εργάζεται μέχρι το 1931, το έργο μένει ημιτελές, καθώς «ο Παπαλουκάς θα ενοχληθεί από την κακόπιστη κριτική που θα ξεκινήσει σχεδόν αμέσως. Θα κουραστεί και θα θυμώσει από τις καθυστερήσεις στις πληρωμές». Καθοριστικό ρόλο για τη διακοπή των εργασιών έπαιξε, σύμφωνα με τον Γιώργο Σκυλογιάννη, και η παρέμβαση του επίσκοπου Ιωακείμ Αλεξόπουλου, ο οποίος δήλωσε ότι «το έργο έχει εκτραπεί από τις προδιαγραφές της εικαστικής βυζαντινής παράδοσης».
Εντούτοις, όπως σημειώνει ο Γιώργος Χαρβαλιάς στο δικό του κείμενο η εικονογράφηση της Μητρόπολης της Άμφισσας αποτελεί «ένα ιδιαίτερα σημαντικό δείγμα εκκλησιαστικής τέχνης, στο οποίο επιχειρείται η ανανέωση της αγιογραφίας με πρωτοτυπία αλλά και με σεβασμό στο ορθόδοξο δόγμα, καθώς ο Παπαλουκάς επιχειρεί τον γόνιμο και αρμονικό συγκερασμό των διδαγμάτων της βυζαντινής τέχνης και των αφομοιωμένων εκφραστικών μορφών και κατακτήσεων της σύγχρονής του ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Από την ανάπτυξη του σχεδίου στα ανθίβολα ώς την τολμηρή σχεδιαστική και χρωματική ερμηνεία που παρατηρείται στην αγιογράφηση του ναού, είναι διακριτή μια ρευστότητα διαθέσεων, που παραπέμπει σε συγγενή ρεύματα της ζωγραφικής των αρχών του Μοντερνισμού».
Η μέθοδος των ανθιβόλων, την οποία χρησιμοποίησε ο Παπαλουκάς για την αγιογράφηση του ναού, ανάγεται στον 15ο αιώνα και ήταν διαδεδομένη στην Κρήτη. Τα ανθίβολα ήταν διάτρητα σχέδια μορφών, παραστάσεων και διακοσμητικών μοτίβων που χρησιμοποιούνταν με μηχανικό τρόπο για την παραγωγή τοιχογραφιών ή φορητών εικόνων. Τα ανθίβολα του Παπαλουκά είναι συνήθως μεγάλων διαστάσεων, για την αποτύπωση της παράστασης απευθείας στον τοίχο της εκκλησίας. Άλλα σχέδια, συνήθως με μολύβι, μη διάτρητα και μικρότερα σε μέγεθος, φιλοτεχνήθηκαν ως σπουδές μοτίβων και χρωματικών συνδυασμών. Το σύνολο των σχεδίων ο Παπαλουκάς, και εν συνεχεία η κόρη του Μίνα, το φύλαξαν στο σπίτι τους στην Αθήνα, ώς το 2001, οπότε η τελευταία το δώρισε στην Πινακοθήκη «Σπύρος Παπαλουκάς» της Άμφισσας. Τα ανθίβολα και τα σχέδια που περιλαμβάνονται στον παρόντα τόμο αναδεικνύουν αυτό το αφανές στάδιο της εργασίας του καλλιτέχνη που προηγείται του ολοκληρωμένου έργου. Όπως γράφει ο Γιώργος Σκυλογιάννης: «Η παρουσίαση αυτού του μέχρι στιγμής ανέκδοτου υλικού αποτελεί την ιστορική μαρτυρία όλης αυτής της διαδρομής».

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ταυτοποιώντας την απώλεια

Το The Symptom Projects συνεχίζει για έβδομη συνεχόμενη χρονιά στην πόλη της Άμφισσας και στους Δελφούς το εκθεσιακό του πρόγραμμα: Το Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια της έκθεσης “Ταυτοποιώντας την απώλεια” σε επιμέλεια της Νίκης Παπασπύρου και του Κώστα Χριστόπουλου και, μια ημέρα πριν, την Παρασκευή 7 Οκτωβρίου τα εγκαίνια της έκθεσης φωτογραφίας “Πτυχώνοντας μια πνοή” της Λίζης Καλλιγά, σε επιμέλεια του Αποστόλη Αρτινού
 

the symptom 07
“Ταυτοποιώντας την απώλεια”
Επιμέλεια: Νίκη Παπασπύρου- Κώστας Χριστόπουλος
Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας (Υπολοχαγού Γάτου 12 & Αθανασίου Δημητρά, Άμφισσα) και Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών
Εγκαίνια: Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016, 20.00, Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας
Διάρκεια έκθεσης: 9 - 23 Οκτωβρίου, 2016
Ώρες λειτουργίας:
Παλαιό Νοσοκομείο Άμφισσας, καθημερινά 18.00 - 22.00
Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών, καθημερινά 8.00 – 20.00 
 
H έννοια της απώλειας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη διαδικασία συγκρότησής της ταυτότητας. Ο στόχος της έκθεσης είναι μέσα από την πολυμορφία και ποικιλομορφία της τέχνης να διερευνηθούν οι μετασχηματισμοί της ταυτότητας, αλλά και οι εκφράσεις της απώλειάς της.
Η έκθεση Ταυτοποιώντας την απώλεια είναι ένας ανολοκλήρωτος κατάλογος μιας σειράς προσπαθειών διαφύλαξης σημείων και ιχνών, τόπων και προσώπων από τη λήθη· μια ατελής σειρά καταφάσεων στην επιλεκτικότητα της μνήμης· μια μη πλήρης παράθεση έργων σύγχρονης τέχνης που αντιστέκονται στη φθορά και αντιμετωπίζουν την αστάθεια επισημαίνοντάς την· έργων τέχνης, τέλος, που διαβλέπουν τη συγκρότηση της ταυτότητας μέσα από την ίδια την απώλεια.
Συμμετέχοντες καλλιτέχνες:
Ιάνθη Αγγελίογλου, Χρύσα Βαλσαμάκη, Χρήστος Βενέτης, Λυδία Δαμπασίνα, Αναστασία Δούκα, Δημήτρης Εφέογλου, Θεόδωρος Ζαφειρόπουλος, Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Αλέξανδρος Κακλαμάνος, Σοφία Κανάκη, Δημήτρης Κατσούδας, Μαρία Λοϊζίδου, Δέσποινα Μεϊμάρογλου, Γιάννης Μιχαηλίδης, Βίκυ Μπέτσου, Φωτεινή Παπαχατζή, Φώτης Ραφτόπουλος, Κύριλλος Σαρρής, Σοφία Σιμάκη, Εύα Στεφανή, Νίκος Τρανός, Πάνος Χαραλάμπους, Γιώργος Χαρβαλιάς, Γιώργος Χατζημιχάλης, Ζωή Χούντα.


es-optron 04
Λίζη Καλλιγά
“Πτυχώνοντας μια πνοή”
Πλατεία Ηρώων 1 & Πανουργιά, Άμφισσα
Εγκαίνια: Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016, 20.00
Διάρκεια έκθεσης: 8 - 23 Οκτωβρίου, 2016
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 – 22.00

Όταν πεθαίνει η μητέρα της, η Λίζη Καλλιγά επισκέπτεται το χώρο του διαμερίσματός όπου εκείνη ζούσε. Σκεπάζει όλα τα έπιπλα μ' ένα διάφανο πλαστικό και τα φωτογραφίζει. Τα παγώνει στη σιωπή αυτής της αποχώρησης, αλλά και πριν αναχωρήσουν κι αυτά. Τα πακτώνει στην ατμόσφαιρά τους, στις αναμνήσεις που εγείρουν, στις χειρονομίες της μητέρας της, σε ό,τι αυτά μπορούν ακόμη κάτι να ανακαλέσουν. Τα εμψυχώνει μ' εκείνη την πνοή που τα ενέπνευσε και διέσωσε το σχήμα τους στον καταμετρημένο της χρόνο. Τα θωρακίζει έτσι μέσα στην αμηχανία του πένθους, και τα καθιστά ορατά στον αργό του χρόνο.

Στο χώρο της έκθεσης το Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 8μμ. οι ποιητές Δήμητρα Ιωάννου, Νίκος Κτιστόπουλος, Όλια Λαζαρίδου, Μανώλης Μπαμπούσης, Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Δανάη Σιώζιου και Μάριος Χατζηπροκοπίου θα διαβάσουν ποιήματά τους με θέμα την Απώλεια.


Στις παράλληλες εκδηλώσεις του The Symptom Projects εντάσσονται για φέτος δύο ακόμη εκθέσεις των εικαστικών Γιώργο Σκυλογιάννη και Κώστα Τσικνή.
 

"Η αλχημεία του ίχνους"
Έκθεση ζωγραφικής του Γιώργου Σκυλογιάννη στο χώρο του εργαστηρίου του στα Ταμπάκικα της Άμφισσας. 8 – 23 Οκτωβρίου 2016. Ώρες λειτουργίας καθημερινά 18.00 -22.00.

Σχέδια λιτά, μίνιμαλ και σε ένα βαθμό φέροντα την αίσθηση του ανοίκειου, συναπαρτίζουν την έκθεση του Γιώργου Σκυλογιάννη. Η τεχνική συνίσταται στη διατήρηση του κατακτημένου, γνώριμού του ύφους, υπό την αίρεση μιας ιδιαίτερης αντιστροφής∙ βρισκόμαστε ενώπιον σχεδίων που συγκροτούν μορφές χωρίς βάθος –ή ενός προσχηματικού, ενσωματωμένου βάθους– κατ’ αναλογίαν της τεχνοτροπίας του Μανέ, όπως την προσδιορίζει ο Μισέλ Φουκώ: είναι πολύ πιο δύσκολο να επιτύχει κανείς μια ζωγραφική που ακολουθεί την αντίστροφη πορεία, όχι, δηλαδή, εκείνη που θέτει στο επίκεντρο το παριστώμενο με φορά προς το βάθος του, αλλά από τη σταδιακή έκλειψη του βάθους προς τις αυτόνομες μορφές. Από την άποψη αυτή, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να σκεφθούμε, καθώς η εικαστική τέχνη έχει πάψει προ πολλού να θεωρείται απλώς μια οπτική εμπειρία, την ενδεχόμενη χρήση του ρήματος ‘‘σκιαγραφεί’’ όταν αναφερόμαστε στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της παρούσας έκθεσης. Οι σκιαγραφήσεις της, εν τέλει, λειτουργούν και στα δύο επίπεδα, επίπεδα ετερογενή μα αναγκαία εκατέρωθεν: αυτό της εικαστικής απεικόνισης και εκείνο της γλωσσικής αναπαράστασης. Απομένει στον θεατή ν’ αποφασίσει εάν κάποιο εκ των δύο κυριαρχεί. Ιδού, λοιπόν, μια από τις εξαίσιες λειτουργίες της τέχνης: μας δημιουργεί εσωτερικές συναισθηματικές αντιδράσεις, τις οποίες δεν αρκούν ώστε να τις εξηγήσουν τελεσίδικα –ενδεχομένως και απλώς να τις περιγράψουν– ούτε το ίδιο έργο τέχνης καθεαυτώ, ούτε οι θεωρητικές επεξεργασίες.
Ιορδάνης Κουμασίδης


"Θέφτικο είναι... Νο 2"
Εγκατάσταση του Κώστα Τσικνή στο υπόγειο του παλαιού νοσοκομείου της Άμφισσας.
Διάρκεια έκθεσης: 9 - 23 Οκτωβρίου, 2016.
Ώρες λειτουργίας: καθημερινά 18.00 – 22.00.


Κάποτε μία κινέζα πουλώντας μικρά πραγματάκια επαναλάμβανε την έκφραση θέφτικο είναι, εννοώντας ότι είναι φτηνό. Σε αυτή την παράφραση εγώ βρίσκω μία ταυτότητα.”
Κώστας Τσικνής

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Άμφισσα: Γλυκύτητα της παλαιάς Ελλάδας


Του Δημήτρη Αθηνάκη

Οι μικροί τόποι σού δίνουν την αίσθηση ότι οι λεπτομέρειές τους μεγεθύνονται τόσο, που πάνε να σε καταπιούν. Η Άμφισσα είναι τόπος μαγείας. Πρωτεύουσα ενός μεγάλου, στην έκταση, νομού, αραιοκατοικημένου και με τρεμώδη μορφολογία, η πόλη επιβάλλει τη σιωπή και σε καλεί να την ακουμπήσεις. Είναι από εκείνους τους τόπους, όπου τα δρομάκια είναι μια ολοζώντανη υπενθύμιση μιας Ελλάδας που βλέπεις μόνο σε λευκώματα Ευρωπαίων περιηγητών των αρχών του προηγούμενου αιώνα ή, ίσως, του Μεσοπολέμου.
Είναι έτσι ή, μήπως, η περιορισμένη αλλά έντονη έκταση της Άμφισσας δημιουργεί παραισθήσεις; Δεν ξέρω αν έχει περισσότερη σημασία η, ας πούμε, παροντική αλήθεια των πόλεων ή οι αναταράξεις που προκαλεί στο μάτι και στο μυαλό. Τα Ταμπάκικα ή η συνοικία «Χάρμαινα» των παλιών βυρσοδεψών, για παράδειγμα, είναι μια παράσταση ενός κόσμου που κάποτε έλαμψε και τώρα σε καλεί να τον ανασυστήσεις με τη μνήμη, την εμπειρία και τη θέλησή σου. Το Κάστρο των Σαλώνων είναι η Ιστορία που σου δίνει ήχους και μυρωδιές αιώνων. Ο μητροπολιτικός ναός, με τις τοιχογραφίες του Σπύρου Παπαλουκά, οι οικίες με τα κοσμήματα λαϊκών καλλιτεχνών είναι πρόκληση για αναστοχασμό μιας πολυβασανισμένης ελληνικότητας. Το ψηλοτάβανο μεγάλο καφενείο «Πανελλήνιον», με τη μεγάλη θεατρική σκηνή, που φιλοξένησε τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου και σέρβιρε καφέ στη Ρόμι Σνάιντερ, είναι ακόμα ένα σκηνικό που σε προετοιμάζει για λεμονίτα και υποβρύχιο, ενώ ακούγονται ακόμα τα χάχανα των μπουλουκιών. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άμφισσας, το οποίο στεγάζεται στο κτίριο όπου έγινε η Α΄ Εθνοσυνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, είναι υπενθύμιση του «πώς» και του «τι» της σημερινής χώρας.
Η Άμφισσα, τελικά, είναι ή δεν είναι μια πόλη όπου πρέπει να φτάσεις, έχοντας αφήσει τις «σειρήνες» των Δελφών και της Αράχωβας; Είναι.


ΠΗΓΉ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Η νύχτα των στοιχειών


Το Στοιχείο της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής. Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους. Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου. Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες. Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει. Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά. Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών. 

 
Φωτογραφίες: Μιχάλης Παππάς/ FOSPHOTOS

Περισσότερα γι' αυτό το αποκριάτικο δρώμενο της Άμφισσας μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ.